serrated
se
σα
rra
ˈreɪ
ρει
ted
tɪd
τιντ

Ορισμός και σημασία του "serrated"στα αγγλικά

01

οδοντωτός, πριονωτός

having a series of sharp, pointed projections along the edge 
serrated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most serrated
συγκριτικός βαθμός
more serrated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
edges, tools, texture
Παραδείγματα
The serrated blade of the steak knife effortlessly cut through the grilled meat. 

Η οδοντωτή λεπίδα του μαχαιριού μπριζόλας έκοψε εύκολα το ψητό κρέας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

serrated
serrate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store