Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
serrated
01
οδοντωτός, πριονωτός
having a series of sharp, pointed projections along the edge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most serrated
συγκριτικός βαθμός
more serrated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bread knife's serrated blade made it easy to cut through loaves without crushing them.
Η οδοντωτή λεπίδα του μαχαιριού ψωμιού έκανε εύκολο το κόψιμο των ψωμιών χωρίς να τα συνθλίβει.



























