Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Serpent
01
φίδι, ερπετό χωρίς άκρα
a large limbless reptilian with a long body and a fork-shaped tongue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
serpents
02
σέρπεντ, μπάσο κορνέτα σε σχήμα φιδιού
an obsolete bass cornet; resembles a snake
03
φίδι, σερπαντίνα
a firework that moves in serpentine manner when ignited



























