sergeant
ser
ˈsɑ:
σα
geant
ʤənt
τζαντ

Ορισμός και σημασία του "sergeant"στα αγγλικά

01

λοχίας, δεκανέας

a non-commissioned officer in the air force or army below the rank of staff sergeant and above corporal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sergeants
Παραδείγματα
The sergeant instructed the recruits on how to properly assemble their rifles. 

Ο λοχίας διδάσκει τους νεοσύλλεκτους πώς να συναρμολογούν σωστά τα τουφέκια τους.

02

λοχίας, λοχίας αστυνομίας

a US police officer below the rank of lieutenant 
Παραδείγματα
The sergeant supervised the investigation and ensured all evidence was properly documented. 

Ο λοχίας επιτήρησε την έρευνα και διασφάλισε ότι όλα τα στοιχεία τεκμηριώθηκαν σωστά.

03

λοχίας, δικηγόρος υψηλότερης τάξης

an English barrister of the highest rank 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store