separated
se
ˈsɛ
se
pa
ra
reɪ
rei
ted
tɪd
tid
serrated

Ορισμός και σημασία του "separated"στα αγγλικά

01

χωρισμένος

not living with one's spouse or partner anymore 
separated definition and meaning
Παραδείγματα
The separated couple attended counseling sessions to work through their issues. 

Το διαζευγμένο ζευγάρι παρακολούθησε συνεδρίες συμβουλευτικής για να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του.

02

χωρισμένος, απομονωμένος

being or feeling set or kept apart from others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most separated
συγκριτικός βαθμός
more separated
διαβαθμίσιμο
03

διαχωρισμένος, αποστασιοποιημένος

spaced apart 
04

διαχωρισμένος

separated at the joint 
05

διαχωρισμένος, αποσυνδεδεμένος

no longer connected or joined 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store