Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
separated
01
χωρισμένος
not living with one's spouse or partner anymore
Παραδείγματα
The separated couple attended counseling sessions to work through their issues.
Το διαζευγμένο ζευγάρι παρακολούθησε συνεδρίες συμβουλευτικής για να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του.
02
χωρισμένος, απομονωμένος
being or feeling set or kept apart from others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most separated
συγκριτικός βαθμός
more separated
διαβαθμίσιμο
03
διαχωρισμένος, αποστασιοποιημένος
spaced apart
04
διαχωρισμένος
separated at the joint
05
διαχωρισμένος, αποσυνδεδεμένος
no longer connected or joined
Λεξικό Δέντρο
separated
separate
separ



























