Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to separate out
[phrase form: separate]
01
διαχωρίζω, απομονώνω
to remove someone or something from a larger group or collection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
separate
ενεστώτας
separate out
γ΄ ενικό πρόσωπο
separates out
ενεστώτα μετοχή
separating out
απλός αόριστος
separated out
παθητική μετοχή
separated out
Παραδείγματα
The librarian separated the reference books out and placed them on a dedicated shelf.
Ο βιβλιοθηκάριος χώρισε τα βιβλία αναφοράς και τα τοποθέτησε σε έναν αφιερωμένο ράφη.
02
διαχωρίζομαι, ξεχωρίζω
to become distinct or distinguished from a group
Παραδείγματα
When left undisturbed, the oil and water in the bottle will naturally separate out.
Όταν αφεθεί ανενόχλητο, το λάδι και το νερό στο μπουκάλι θα διαχωριστούν φυσικά.



























