Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to separate out
01
διαχωρίζω, απομονώνω
to remove someone or something from a larger group or collection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
separate
ενεστώτας
separate out
γ΄ ενικό πρόσωπο
separates out
ενεστώτα μετοχή
separating out
απλός αόριστος
separated out
παθητική μετοχή
separated out
Παραδείγματα
The teacher separated out the troublemakers from the class to maintain discipline.
Ο δάσκαλος διαχώρισε τους ταραχοποιούς από την τάξη για να διατηρήσει την πειθαρχία.
02
διαχωρίζομαι, ξεχωρίζω
to become distinct or distinguished from a group
Παραδείγματα
Over time, the cream will separate out from the milk, forming a distinct layer.
Με το πέρασμα του χρόνου, η κρέμα θα διαχωριστεί από το γάλα, σχηματίζοντας ένα ξεχωριστό στρώμα.



























