sentiency
sen
ˈsɛn
sen
tien
ʃən
shēn
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "sentiency"στα αγγλικά

01

αισθητικότητα, ικανότητα αντίληψης

the faculty through which the external world is apprehended 
sentiency definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sentiency
sentience
sense
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store