Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sentence
01
πρόταση, φράση
a group of words that forms a statement, question, exclamation, or instruction, usually containing a verb
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sentences
Παραδείγματα
Can you construct a sentence using the words provided in the vocabulary list?
Μπορείτε να κατασκευάσετε μια πρόταση χρησιμοποιώντας τις λέξεις που παρέχονται στη λίστα λεξιλογίου;
02
ποινή, καταδίκη
the punishment that the court assigned for a guilty person
Παραδείγματα
The judge handed down a life sentence for the crime.
Ο δικαστής επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης για το έγκλημα.
2.1
ποινή, καταδίκη
the length of time a convicted person is required to serve in prison
Παραδείγματα
He served half of his five-year sentence.
Εξέτισε το μισό της πενταετούς ποινής του.
to sentence
01
καταδικάζω
to officially state the punishment of someone found guilty in a court of law
Transitive: to sentence a defendant | to sentence a defendant to sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sentence
γ΄ ενικό πρόσωπο
sentences
ενεστώτα μετοχή
sentencing
απλός αόριστος
sentenced
παθητική μετοχή
sentenced
Παραδείγματα
The judge will sentence the convicted criminal to five years in prison.
Ο δικαστής θα επιβάλει ποινή στον καταδικασμένο εγκληματία σε πέντε χρόνια φυλάκιση.



























