Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sensual
01
αισθησιακός, αισθητηριακός
relating to or involving the senses or physical sensation
Παραδείγματα
She found the sensual taste of dark chocolate incredibly satisfying.
Βρήκε τη αισθησιακή γεύση της σοκολάτας απίστευτα ικανοποιητική.
02
αισθησιακός, ηδονιστικός
pleasing in a physical and especially sexual manner
Παραδείγματα
The novel was known for its sensual descriptions of the characters ’ intimate relationships.
Το μυθιστόρημα ήταν γνωστό για τις αισθησιακές του περιγραφές των στενών σχέσεων των χαρακτήρων.
Λεξικό Δέντρο
sensuality
sensualize
sensually
sensual
sensu



























