sensual
Pronunciation
/ˈsɛnʃəwəɫ/
/sˈɛnsjuːə‍l/

Ορισμός και σημασία του "sensual"στα αγγλικά

01

αισθησιακός, αισθητηριακός

relating to or involving the senses or physical sensation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sensual
συγκριτικός βαθμός
more sensual
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She found the sensual taste of dark chocolate incredibly satisfying.
Βρήκε τη αισθησιακή γεύση της σοκολάτας απίστευτα ικανοποιητική.
02

αισθησιακός, ηδονιστικός

pleasing in a physical and especially sexual manner
Παραδείγματα
The novel was known for its sensual descriptions of the characters ’ intimate relationships.
Το μυθιστόρημα ήταν γνωστό για τις αισθησιακές του περιγραφές των στενών σχέσεων των χαρακτήρων.

Λεξικό Δέντρο

sensuality
sensualize
sensually
sensual
sensu
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store