Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sender
01
αποστολέας, εξοδοπομπός
a person or entity that initiates and transmits a message or package to one or more recipients
02
πομπός, εκπομπέας
set used to broadcast radio or tv signals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
senders
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sender
send



























