Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to send back
01
επιστρέφω, αναπέμπω
to pass a legal case or issue to another committee, authority, or court for further examination or decision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
send
ενεστώτας
send back
γ΄ ενικό πρόσωπο
sends back
ενεστώτα μετοχή
sending back
απλός αόριστος
sent back
παθητική μετοχή
sent back
Παραδείγματα
The judge decided to send the case back to the lower court for a more detailed review.
Ο δικαστής αποφάσισε να επιστρέψει την υπόθεση στο κατώτερο δικαστήριο για πιο λεπτομερή εξέταση.
02
επιστρέφω, αποστέλλω πίσω
to return an item to its initial owner or sender, typically due to dissatisfaction or mismatch
Παραδείγματα
I had to send the damaged product back to the manufacturer for a refund.
Έπρεπε να επιστρέψω το κατεστραμμένο προϊόν στον κατασκευαστή για επιστροφή χρημάτων.
03
επιστρέφω, υπενθυμίζω
to evoke memories and remind someone of a previous time or experience in the past
Παραδείγματα
The sight of the old car sent him back to the days when he used to own one just like it.
Η θέα του παλιού αυτοκινήτου τον έστειλε πίσω στις μέρες που είχε ένα ακριβώς όπως αυτό.



























