senator
Pronunciation
/ˈsɛnətɝ/

Ορισμός και σημασία του "senator"στα αγγλικά

01

γερουσιαστής, γερουσιαστής

a person elected to serve in a Senate, the upper house of a legislature
senator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
senators
Παραδείγματα
The senator met with constituents to discuss local issues.
Ο γερουσιαστής συναντήθηκε με τους ψηφοφόρους για να συζητήσει τα τοπικά θέματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store