Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Semitrailer
01
ημιρυμουλκούμενο, ρυμουλκούμενο
a trailer pulled by a truck that supports itself on the truck's rear axle, not having its own front axle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
semitrailers
Παραδείγματα
A semitrailer jackknifed on the icy road, blocking traffic for several hours.
Ένα ημιρυμουλκούμενο μπλόκαρε την κυκλοφορία για αρκετές ώρες, αφού κλείδωσε στον παγωμένο δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
semitrailer
trailer
trail



























