Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Senator
01
γερουσιαστής, γερουσιαστής
a person elected to serve in a Senate, the upper house of a legislature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
senators
αρσενικό ενικό
senator
θηλυκό ενικό
senator
neutral form
legislator
Παραδείγματα
The senator spoke about new healthcare legislation.
Ο γερουσιαστής μίλησε για τη νέα νομοθεσία υγειονομικής περίθαλψης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
senatorial
senatorship
senator



























