Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Senate
01
Γερουσία, Άνω Βουλή
the upper chamber of the United States Congress, responsible for lawmaking, oversight, and approval of appointments
Παραδείγματα
The Senate Committee held hearings on the issue.
Η επιτροπή της Γερουσίας πραγματοποίησε ακροάσεις για το θέμα.
02
γερουσία, άνω βουλή
an assembly or council that holds high legislative authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
senates
Παραδείγματα
Meetings of the senate are often open to the public.
Οι συνεδριάσεις της γερουσίας είναι συχνά ανοιχτές στο κοινό.
03
γκέροντια, ακαδημαϊκό συμβούλιο
a governing body in a college or university responsible for academic matters, policies, and decisions
Παραδείγματα
The senate plays a key role in shaping academic standards for the institution.
Η γερουσία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των ακαδημαϊκών προτύπων για το ίδρυμα.



























