Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
semitransparent
01
ημιδιαφανής, ημιδιαπερατός
allowing some light to pass through while obscuring details or shapes behind it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most semitransparent
συγκριτικός βαθμός
more semitransparent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The semitransparent glass allowed light to enter the room while maintaining privacy.
Ο ημιδιαφανής υαλος επέτρεπε στο φως να εισέλθει στο δωμάτιο διατηρώντας την ιδιωτικότητα.
Λεξικό Δέντρο
semitransparent
transparent
transpar



























