self-assured
self
ˈsɛlf
σελφ
a
ə
α
ssured
ʃʊrd
σουρντ
/sˈɛlfəʃjˈʊəd/

Ορισμός και σημασία του "self-assured"στα αγγλικά

self-assured
01

με αυτοπεποίθηση, βέβαιος για τον εαυτό του

confident in one's abilities or qualities
Approving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-assured
συγκριτικός βαθμός
more self-assured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His self-assured attitude helped him navigate difficult situations with ease.
Η αυτοπεποίθηση του τον βοήθησε να αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις με ευκολία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store