self-assured
self
sɛlf
self
a
ə
ē
ssu
ʃʊ
shoo
red
əd
ēd

Ορισμός και σημασία του "self-assured"στα αγγλικά

self-assured
01

με αυτοπεποίθηση, βέβαιος για τον εαυτό του

confident in one's abilities or qualities 
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-assured
συγκριτικός βαθμός
more self-assured
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, confidence
Παραδείγματα
She walked into the room with a self-assured stride, exuding confidence. 

Μπήκε στο δωμάτιο με ένα αυτοπεπεισμένο βήμα, εκπέμποντας αυτοπεποίθηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store