Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
self-assured
01
με αυτοπεποίθηση, βέβαιος για τον εαυτό του
confident in one's abilities or qualities
Παραδείγματα
His self-assured attitude helped him navigate difficult situations with ease.
Η αυτοπεποίθηση του τον βοήθησε να αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις με ευκολία.



























