Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Self-assurance
01
αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη στον εαυτό
the confidence and trust one has in their own abilities, judgment, and decisions
Παραδείγματα
His self-assurance made him stand out among the applicants.
Η αυτοπεποίθησή του τον έκανε να ξεχωρίζει ανάμεσα στους υποψήφιους.



























