self-absorbed
Pronunciation
/sˈɛlfɐbsˈoːɹbd/

Ορισμός και σημασία του "self-absorbed"στα αγγλικά

self-absorbed
01

αυτοκεντρικός, απορροφημένος από τα δικά του ενδιαφέροντα ή σκέψεις

absorbed in your own interests or thoughts etc
self-absorbed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most self-absorbed
συγκριτικός βαθμός
more self-absorbed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store