seismic
Pronunciation
/ˈsaɪzmɪk/

Ορισμός και σημασία του "seismic"στα αγγλικά

01

σεισμικός, σχετικός με σεισμό

related to or caused by an earthquake
seismic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The seismic data collected by researchers provides valuable insights into the Earth's interior structure.
Τα σεισμικά δεδομένα που συλλέχθηκαν από τους ερευνητές παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την εσωτερική δομή της Γης.

Λεξικό Δέντρο

coseismic
seismic
seism
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store