Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seism
01
σεισμός, δόνηση
shaking and vibration at the surface of the earth resulting from underground movement along a fault plane or from volcanic activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
seisms
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
microseism
seismal
seismic
seism



























