seignior
seign
ˈseɪn
sein
ior
signior

Ορισμός και σημασία του "seignior"στα αγγλικά

01

άρχοντας, κύριος

a master or lord, especially in a feudalistic society 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
seigniors
αρσενικό ενικό
seignior
θηλυκό ενικό
seignioress
neutral form
lord

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

seigniorage
seignior
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store