Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Seignior
01
άρχοντας, κύριος
a master or lord, especially in a feudalistic society
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
seigniors
αρσενικό ενικό
seignior
θηλυκό ενικό
seignioress
neutral form
lord
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
seigniorage
seignior



























