Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seductively
01
αποπλανητικά, με αποπλανητικό τρόπο
in a way meant to arouse physical attraction or desire
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She looked at him seductively, tilting her head just slightly with a knowing smile.
Τον κοίταξε γοητευτικά, γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι της με ένα γνωστικό χαμόγελο.
02
γοητευτικά, με δελεαστικό τρόπο
in a temptingly appealing or persuasive way
Παραδείγματα
The product was marketed seductively, with promises of instant success.
Το προϊόν διαφημίστηκε γοητευτικά, με υποσχέσεις άμεσης επιτυχίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
seductively
seductive
seduce



























