Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seductive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most seductive
συγκριτικός βαθμός
more seductive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The seductive aroma of perfume lingered in the air, drawing him closer.
Η συνεπικουρική αρωματιά του αρώματος παρέμεινε στον αέρα, τραβώντας τον πιο κοντά.
02
συνεπικουρικός, γοητευτικός
having a strong, alluring charm that draws sexual or romantic attention
Παραδείγματα
The seductive dance performance left the audience spellbound.
Η συγκινητική χορευτική παράσταση άφησε το κοινό μαγεμένο.
Λεξικό Δέντρο
seductively
unseductive
seductive
seduce



























