seditious
se
σι
di
ˈdɪ
ντι
tious
ʃəs
σασ
siliciousambitiousmaliciousdelicious

Ορισμός και σημασία του "seditious"στα αγγλικά

01

στασιαστικός, επαναστατικός

(of actions, speech, writings, etc.) encouraging rebellion against established authority or government 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most seditious
συγκριτικός βαθμός
more seditious
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, law, speech
Παραδείγματα
The author's seditious writings were banned by the government for advocating for the overthrow of the monarchy. 

Τα στασιαστικά γραπτά του συγγραφέα απαγορεύτηκαν από την κυβέρνηση για την υποστήριξη της ανατροπής της μοναρχίας.

02

στασιαστικός, ανταρτικός

arousing to action or rebellion 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

seditious
sed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store