sedan
se
si
dan
ˈdæn
dān
sedna

Ορισμός και σημασία του "sedan"στα αγγλικά

01

sedan, μπερλίνα

a car having a closed body with two or four doors and a separated trunk in the back 
sedan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sedans
Παραδείγματα
He purchased a sedan for his daily commute to work. 

Αγόρασε ένα sedan για τις καθημερινές του μετακινήσεις στη δουλειά.

02

κλειστή φορεία, κλειστή νοσοκόμα

a closed litter for one passenger 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store