Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
secular
01
κοσμικός, εκκοσμικευμένος
not concerned or connected with religion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The school is secular, meaning it does not promote any specific religious beliefs.
Το σχολείο είναι κοσμικό, που σημαίνει ότι δεν προωθεί συγκεκριμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις.
02
κοσμικός, λαϊκός
relating to clergy who are not bound by monastic vows
Παραδείγματα
The secular priest served in a parish rather than a monastery.
Ο κοσμικός ιερέας υπηρετούσε σε μια ενορία αντί σε ένα μοναστήρι.
03
κοσμικός, λαϊκός
relating to the temporal or worldly realm rather than the spiritual or religious
Παραδείγματα
Secular concerns like commerce and politics often dominate society.
Οι κοσμικές ανησυχίες, όπως το εμπόριο και η πολιτική, συχνά κυριαρχούν στην κοινωνία.
04
κοσμικός, λαϊκός
typical of or pertaining to people who are not members of the clergy
Παραδείγματα
The parish employed both clergy and secular staff.
Η ενορία απασχολούσε τόσο κληρικούς όσο και κοσμικό προσωπικό.
Secular
01
λαϊκός, κοσμικός
a person who is not a member of the clergy or a professional religious figure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seculars
Παραδείγματα
The council included both clergy and seculars.
Το συμβούλιο περιλάμβανε τόσο κληρικούς όσο και λαϊκούς.



























