Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beaked
01
ραμφώδης, με ράμφος
having or resembling a beak
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most beaked
συγκριτικός βαθμός
more beaked
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, biology, shape
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
beaked
beak



























