beagle
bea
ˈbi:
bi
gle
gəl
gēl
seagullregalspiegelillegal

Ορισμός και σημασία του "Beagle"στα αγγλικά

01

Μπίγκλ, μια μικρή ράτσα σκύλου με κοντά πόδια και λεία γούνα που χρησιμοποιείται στο κυνήγι λαγών

a small breed of dog with short legs and a smooth coat that is used in hare hunting 
Beagle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
beagles

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store