Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beak
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beaks
Παραδείγματα
The beak of the pelican is long and can hold a surprising amount of water.
Το ράμφος του πελεκάνου είναι μακρύ και μπορεί να κρατήσει μια εκπληκτική ποσότητα νερού.
02
ράμφος, στόμα
beaklike mouth of animals other than birds (e.g., turtles)
03
μύτη, ρύγχος
informal terms for the nose
04
ράμφος, αιχμηρή άκρη
a beaklike, tapering tip on certain plant structures
05
ράμφος, προεξοχή
a projecting or ornamental feature resembling the beak of a bird, typically found at the end or corner of a roof, canopy, or gable
to beak
01
ραμφίζω ελαφρά, χτυπώ ελαφρά με το ράμφος
hit lightly with a picking motion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beak
γ΄ ενικό πρόσωπο
beaks
ενεστώτα μετοχή
beaking
απλός αόριστος
beaked
παθητική μετοχή
beaked
Λεξικό Δέντρο
beakless
beaklike
beak



























