searing
sea
ˈsi:
si
ring
rɪng
ring
swearingstaringsoaringseafaring

Ορισμός και σημασία του "searing"στα αγγλικά

01

καυστικός, φλογερός

having extremely intense or burning heat 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most searing
συγκριτικός βαθμός
more searing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The searing summer sun made the beach feel like a furnace. 

Ο καυστικός καλοκαιρινός ήλιος έκανε την παραλία να μοιάζει με φούρνο.

02

καυστικός, φλογερός

extremely intense and forceful, often leaving a lasting impression or impact 
Παραδείγματα
The searing heat of the desert made it difficult to travel during the day. 

Η καυτή ζέστη της ερήμου έκανε δύσκολο το ταξίδι κατά τη διάρκεια της ημέρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store