Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
searing
01
καυστικός, φλογερός
having extremely intense or burning heat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most searing
συγκριτικός βαθμός
more searing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The searing summer sun made the beach feel like a furnace.
Ο καυστικός καλοκαιρινός ήλιος έκανε την παραλία να μοιάζει με φούρνο.
02
καυστικός, φλογερός
extremely intense and forceful, often leaving a lasting impression or impact
Παραδείγματα
The searing heat of the desert made it difficult to travel during the day.
Η καυτή ζέστη της ερήμου έκανε δύσκολο το ταξίδι κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Λεξικό Δέντρο
searing
sear



























