seashore
Pronunciation
/ˈsiˌʃɔɹ/

Ορισμός και σημασία του "seashore"στα αγγλικά

01

ακτή, παραλία

the shore of a sea or ocean
seashore definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
seashores
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store