search warrant
search
ˈsɜ:ʧ
sēch
wa
vo
rrant
rənt
rēnt

Ορισμός και σημασία του "search warrant"στα αγγλικά

Search warrant
01

εντολή έρευνας, εντολή επιθεώρησης

an official document that allows police to search a place for evidence or suspects 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
search warrants
Παραδείγματα
The police obtained a search warrant for the house. 

Η αστυνομία απέκτησε ένα εντολή έρευνας για το σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store