Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Acetate
01
ακετάτη
a fabric made of the combination of long, thin strands of a specific chemical compound called cellulose acetate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acetates
02
ακετάτη
a type of salt that can be found in vinegar



























