scupper
Pronunciation
/ˈskəpɝ/

Ορισμός και σημασία του "scupper"στα αγγλικά

01

αποχετευτική οπή, στόμιο αποστράγγισης

drain that allows water on the deck of a vessel to flow overboard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scuppers
to scupper
01

ματαιώνω, καταστρέφω

to do something in order to cause something such as an opportunity or plan to fail
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scupper
γ΄ ενικό πρόσωπο
scuppers
ενεστώτα μετοχή
scuppering
απλός αόριστος
scuppered
παθητική μετοχή
scuppered
Παραδείγματα
By the time we realized the issue, the last-minute alterations had already scuppered our plans.
Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα, οι τελευταίες στιγμές αλλαγές είχαν ήδη ακυρώσει τα σχέδιά μας.
02

παραμονεύω, στήνω ενέδρα

wait in hiding to attack
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store