Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scupper
01
αποχετευτική οπή, στόμιο αποστράγγισης
drain that allows water on the deck of a vessel to flow overboard
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scuppers
to scupper
01
ματαιώνω, καταστρέφω
to do something in order to cause something such as an opportunity or plan to fail
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scupper
γ΄ ενικό πρόσωπο
scuppers
ενεστώτα μετοχή
scuppering
απλός αόριστος
scuppered
παθητική μετοχή
scuppered
Παραδείγματα
By the time we realized the issue, the last-minute alterations had already scuppered our plans.
Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα, οι τελευταίες στιγμές αλλαγές είχαν ήδη ακυρώσει τα σχέδιά μας.
02
παραμονεύω, στήνω ενέδρα
wait in hiding to attack



























