Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scumbag
01
αχρείος, κατεργάρης
a dishonest, immoral, or thoroughly unpleasant person who behaves in a contemptible way
Dialect
American
Παραδείγματα
The scumbag had the audacity to lie to my face, thinking I would n't catch on to his deceit.
Ο κάθαρμα είχε το θράσος να μου πει ψέματα κατάμου, νομίζοντας ότι δεν θα αντιληφθώ την εξαπάτησή του.
Λεξικό Δέντρο
scumbag
scum
bag



























