scum
scum
skʌm
skam
scrum

Ορισμός και σημασία του "scum"στα αγγλικά

01

αποβράσματα, σκουπίδι

a person regarded as despicable, worthless, or utterly contemptible 
scum definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
That cheating scum took off with her life savings and never looked back. 

Αυτός ο απατεώνας σκουπίδι έφυγε με όλες τις οικονομίες της και δεν κοίταξε ποτέ πίσω.

02

αφρός, ακαθαρσίες

a film of impurities or vegetation that can form on the surface of a liquid 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to scum
01

αφαιρώ τον αφρό, αφαιρώ την ακαθαρσία

remove the scum from 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scum
γ΄ ενικό πρόσωπο
scums
ενεστώτα μετοχή
scumming
απλός αόριστος
scummed
παθητική μετοχή
scummed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store