Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sculpted
01
γλυμμένος, καλοσχηματισμένος
describing a person's well-defined facial features that indicate a lean and toned appearance, as if they were artistically carved or molded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sculpted
συγκριτικός βαθμός
more sculpted
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
sculpted
sculpt



























