sculpted
sculpted
'skʌlptɪd
skalptid
scripted

Ορισμός και σημασία του "sculpted"στα αγγλικά

01

γλυμμένος, καλοσχηματισμένος

describing a person's well-defined facial features that indicate a lean and toned appearance, as if they were artistically carved or molded 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sculpted
συγκριτικός βαθμός
more sculpted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, physique, art

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sculpted
sculpt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store