Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scrubbing brush
01
βούρτσα τρίψιμο, βούρτσα για βαριά καθαρισμό
a brush with short stiff bristles for heavy cleaning
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scrubbing brushes



























