Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Screwball
01
εκκεντρικός, πρωτότυπο
a whimsically eccentric person
02
τρελή μπάλα, ρίψη με αντίστροφη περιστροφή
a pitch with reverse spin that curves toward the side of the plate from which it was thrown
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
screwballs
screwball
01
εκκεντρικός, απρόβλεπτος
having a wildly eccentric or unpredictable nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most screwball
συγκριτικός βαθμός
more screwball
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comedian ’s screwball jokes kept the audience on their toes.
Τα παράξενα αστεία του κωμικού κράτησαν το κοινό σε εγρήγορση.
Λεξικό Δέντρο
screwball
screw
ball



























