screaming
screa
ˈskri:
skri
ming
mɪng
ming
screening

Ορισμός και σημασία του "screaming"στα αγγλικά

01

κραυγή, ουρλιαχτό

a loud, high-pitched shout or sound, often expressing fear, pain, or excitement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
screamings
Παραδείγματα
The screaming of the crowd drowned out the speaker. 

Οι κραυγές του πλήθους έσβησαν τη φωνή του ομιλητή.

02

κραυγή, ουρλιαχτό

a high-pitched noise resembling a human cry 
01

ουρλιάζων, διαπεραστικός

having a loud and sharp sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most screaming
συγκριτικός βαθμός
more screaming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The screaming sirens of the ambulance startled everyone. 

Οι ουρλιάζουσες σειρήνες του ασθενοφόρου τρόμαξαν όλους.

02

ουρλιάζων, κραυγάζων

so extremely intense as to evoke screams 
03

ουρλιάζων, ξεκαρδιστικός

marked by or causing boisterous merriment or convulsive laughter 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store