Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scouring
01
τρίψιμο, καθαρισμός με τρίψιμο
the act of cleaning a surface by rubbing it with a brush and soap and water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scourings
02
έρευνα, σκούπισμα
moving over territory to search for something
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
scouring
scour



























