Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
scorching
01
καυστικός, φλογερός
(of weather or temperature) extremely hot, causing intense heat and discomfort
Παραδείγματα
The scorching air made it difficult to breathe, even in the shade.
Ο καυτός αέρας έκανε δύσκολη την αναπνοή, ακόμα και στη σκιά.
02
καυστικός, δριμύς
having a harsh quality, often used to describe criticism that is intensely negative
Παραδείγματα
His scorching remarks during the debate shocked both the audience and his opponents.
Οι καυστικές παρατηρήσεις του κατά τη διάρκεια της συζήτησης σόκαραν τόσο το κοινό όσο και τους αντιπάλους του.
Παραδείγματα
The musician played the piece with a scorching tempo that captivated the audience.
Ο μουσικός έπαιξε το κομμάτι με έναν καυτό ρυθμό που γοήτευσε το κοινό.



























