scorcher
scor
ˈskɔ:
skaw
cher
ʧə
chē

Ορισμός και σημασία του "scorcher"στα αγγλικά

01

δυνατό χτύπημα, ισχυρή κρούση

(sports) a ball or shot struck with exceptional force and speed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scorchers
02

καυτή μέρα, αιθρία καύσωνα

an extremely hot day 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

scorcher
scorch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store