Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scorcher
01
δυνατό χτύπημα, ισχυρή κρούση
(sports) a ball or shot struck with exceptional force and speed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scorchers
02
καυτή μέρα, αιθρία καύσωνα
an extremely hot day



























