to bawl out
Pronunciation
/bˈɔːl ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "bawl out"στα αγγλικά

to bawl out
[phrase form: bawl]
01

μαλώνω, κατσαδιάζω

to deal with something or someone in a tough manner
to bawl out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
bawl
ενεστώτας
bawl out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bawls out
ενεστώτα μετοχή
bawling out
απλός αόριστος
bawled out
παθητική μετοχή
bawled out
Παραδείγματα
He bawled out his computer for crashing during the presentation.
Μόχλευσε τον υπολογιστή του γιατί κολλήσει κατά την παρουσίαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store