Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bawl out
01
μαλώνω, κατσαδιάζω
to deal with something or someone in a tough manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
bawl
ενεστώτας
bawl out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bawls out
ενεστώτα μετοχή
bawling out
απλός αόριστος
bawled out
παθητική μετοχή
bawled out
Παραδείγματα
The chef bawled out after tasting the poorly prepared dish.
Ο σεφ μαλώθηκε αφού δοκίμασε το άσχημα παρασκευασμένο πιάτο.



























