to bawl out
bawl
bɔ:l
bawl
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "bawl out"στα αγγλικά

to bawl out
01

μαλώνω, κατσαδιάζω

to deal with something or someone in a tough manner 
to bawl out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
bawl
ενεστώτας
bawl out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bawls out
ενεστώτα μετοχή
bawling out
απλός αόριστος
bawled out
παθητική μετοχή
bawled out
Παραδείγματα
The chef bawled out after tasting the poorly prepared dish. 

Ο σεφ μαλώθηκε αφού δοκίμασε το άσχημα παρασκευασμένο πιάτο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store