to scold
scold
skəʊld
skewld
scald

Ορισμός και σημασία του "scold"στα αγγλικά

to scold
01

μαλώνω, επιπλήττω

to criticize in a severe and harsh manner 
Transitive: to scold sb
to scold definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scold
γ΄ ενικό πρόσωπο
scolds
ενεστώτα μετοχή
scolding
απλός αόριστος
scolded
παθητική μετοχή
scolded
Παραδείγματα
The manager scolds employees who consistently arrive late to work. 

Ο διαχειριστής μαλώνει τους υπαλλήλους που φτάνουν συνεχώς αργά στη δουλειά.

02

μαλώνω, κατσαδιάζω

to make a series of sharp and angry calls, often used by birds to warn potential threats or predators 
Intransitive
Παραδείγματα
The mother robin scolded loudly from her nest when she saw the cat approaching. 

Η μητέρα κοκκινολαίμης μάλωσε δυνατά από τη φωλιά της όταν είδε τη γάτα να πλησιάζει.

01

γκρινιάρα, επιτιμητική

someone (especially a woman) who annoys people by constantly finding fault 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scolds

Λεξικό Δέντρο

scolder
scolding
scold
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store