Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scold
01
μαλώνω, επιπλήττω
to criticize in a severe and harsh manner
Transitive: to scold sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
scold
γ΄ ενικό πρόσωπο
scolds
ενεστώτα μετοχή
scolding
απλός αόριστος
scolded
παθητική μετοχή
scolded
Παραδείγματα
The policy recommends that teachers not scold students in a way that damages their self-esteem.
Η πολιτική συνιστά ότι οι δάσκαλοι να μην μαλώνουν τους μαθητές με τρόπο που βλάπτει την αυτοεκτίμησή τους.
02
μαλώνω, κατσαδιάζω
to make a series of sharp and angry calls, often used by birds to warn potential threats or predators
Intransitive
Παραδείγματα
From the bushes, the cardinal scolded vehemently at the approaching human.
Από τους θάμνους, ο καρδινάλιος επέπληξε βίαια τον πλησιάζοντα άνθρωπο.
Scold
01
γκρινιάρα, επιτιμητική
someone (especially a woman) who annoys people by constantly finding fault
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scolds
Λεξικό Δέντρο
scolder
scolding
scold



























