Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sclerotic
01
σκληρωτικός, σκληρός
characterized by a condition involving abnormal hardening or thickening of tissues
Παραδείγματα
Sclerotic lung disease leads to breathing difficulties and reduced lung capacity.
Η σκληρυντική πνευμονοπάθεια οδηγεί σε δυσκολίες στην αναπνοή και μειωμένη πνευμονική χωρητικότητα.
02
σκληρωτικός, σχετικός με τον σκληρό χιτώνα
of or relating to the sclera of the eyeball



























