Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bavarian
01
Βαυαρός, Βαυαρή
a native or an inhabitant of Bavaria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Bavarians
bavarian
01
βαυαρικός, σχετικός με τη Βαυαρία
of or relating to or characteristic of Bavaria or its people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























