bavarian
ba
va
ˈvɛ
ve
rian
riən
riēn
/bavˈeəɹiən/

Ορισμός και σημασία του "bavarian"στα αγγλικά

01

Βαυαρός, Βαυαρή

a native or an inhabitant of Bavaria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Bavarians
01

βαυαρικός, σχετικός με τη Βαυαρία

of or relating to or characteristic of Bavaria or its people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store