schottische
scho
ˈʃɒ
sho
ttische
tɪʃ
tish

Ορισμός και σημασία του "schottische"στα αγγλικά

01

ένα σκοτσέζικο χορό, μια σοτίς

a partnered folk dance in 2/4 or 4/4 time, featuring hopping and gliding steps; popular in Europe and the Americas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
schottisches
Παραδείγματα
They performed a lively schottische at the festival. 

Εκτέλεσαν ένα ζωντανό σκότισε στο φεστιβάλ.

02

μουσική για τον χορό σκότις, σκότις (χορός)

music performed for dancing the schottische 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store